Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΟΡΙΑ ΗΛΙΚΙΑΣ-ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ


ΙΑ.3. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
 
I) Αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης
 
1. Από 1.1.2013 για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του ν.3863/2010 (Α΄115), όπως ισχύει, ως προς τα όρια ηλικίας και το χρόνο ασφάλισης όπως αυτά διαμορφώνονται με τις ανωτέρω διατάξεις από 1.1.2015.

2. Από 1.1.2013, όλα τα όρια ηλικίας της παραγράφου 1 καθώς και όλα τα ισχύοντα την 31.12.2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισηςαρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου αυτά προβλέπονται, πλην ΝΑΤ, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη.
 
3. Από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή/και του χρόνου ασφάλισης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται : α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ως μητέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων καθώς και οι χήροι πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων, β) οι ασφαλισμένοι στους ανωτέρω φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 (Α’ 226).
 
4. Θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι 31.12.2012, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίων ηλικίας, όπου αυτά προβλέπονται, δεν θίγονται και δύνανται να ασκηθούν οποτεδήποτε.
 
5. Οι ασφαλισμένοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι μέχρι 31.12.2012 έχουν κατοχυρώσει ή κατοχυρώνουν τις κατ’ έτος προβλεπόμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010 (Α΄115), όπως ισχύει, ή από προγενέστερες γενικές ή άλλες διατάξεις, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋποθέσεις του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.
 
6. Από 1.1.2014 το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170) Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) καταβάλλεται με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΝΟΥΣΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ


Να τονιστεί ότι το οριστικό κείμενο θα κατατεθεί εντός των ημερών στη Βουλή και θα υπάρξει σχετική ενημέρωση για όλες τις τυχόν αλλαγές.

« ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ


«Συνταξιοδοτικά θέματα του Δημοσίου»

Άρθρο ΜΟΝΟ

1. α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α 295) και της παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 3513/2006 (Α 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α’ βαθμού, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, στους φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010 (Α 120). Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε φορέα βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμισθία και αποδίδονται ανά μήνα στους οικείους φορείς. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας.

β. Οι δικαιούχοι βουλευτικής σύνταξης ή χορηγίας αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α’ και β’ βαθμού, εφόσον λαμβάνουν και άλλη σύνταξη από το Δημόσιο, επιλέγουν είτε την καταβολή της βουλευτικής σύνταξης είτε την καταβολή της άλλης σύνταξης. Η κατά τα ανωτέρω επιλογή γίνεται με υπεύθυνη δήλωση που υποβάλλεται στην αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού ή για όσους καταστούν, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, δικαιούχοι βουλευτικής σύνταξης ή χορηγίας, από την ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης ή της χορηγίας. Εάν δεν υποβληθεί η ανωτέρω δήλωση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η αρμόδια Δ/νση Συντάξεων προβαίνει στη διακοπή της καταβολής της μικρότερης κατά ποσό σύνταξης. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 9 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007 (Α 210).

γ. Οι διατάξεις της περ. β’ έχουν εφαρμογή για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν αναγνωρισμένο δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης ή χορηγίας, κατά περίπτωση, ή θα αναγνωρίσουν αυτό μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού.

δ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 ν. 2592/1998 (Α 57), αντικαθίστανται ως εξής:

«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α 65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλλονται μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α 120) και 1977/1991 (Α 185), τις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού.

Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημοσίου τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, να επιλέξουν με δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους, όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α`).»

ε. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της προηγούμενης υποπαραγράφου έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη σύνταξη ή τη χορηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία ως αιρετά όργανα των ο.τ.α. α΄ και β΄ βαθμού.

στ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και:

α. για όσους λαμβάνουν, εξ’ ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία αιρετού οργάνου των ο.τ.α. α’ και β΄ βαθμού καθώς και

β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των ο.τ.α. α’ και β’ βαθμού, κατά περίπτωση».

ζ. Οι διατάξεις του ν.δ. 4202/1961 (Α 175) δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα που κατέχουν τη βουλευτική ιδιότητα καθώς και τα αιρετά όργανα των ο.τ.α. α’ και β’ βαθμού, που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο με μία από τις ιδιότητες αυτές.

η. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010, αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής:

«Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν, βαρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα».

θ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 14 ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010, (Α 87), με εξαίρεση τους δημάρχους, καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν αντιμισθία.

ι. Οι αναλογούσες εισφορές για κύρια σύνταξη ασφαλισμένου των προσώπων της παρ. 1 των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010, (Α 87), βαρύνουν τους ίδιους.

ια. Οι διατάξεις των παρ. 18 και 19 του ν. 3234/2004 (Α 52) όπως αυτές προστέθηκαν με τις διατάξεις της περ. α της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3670/2008 καταργούνται.

ιβ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1-1-2013 και εφεξής κανονιζόμενες συντάξεις των Βουλευτών και των αιρετών οργάνων των ο.τ.α. α’ και β’ βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, μειώνονται κατά το ποσό της δεύτερης σύνταξης, η δε μείωση αυτή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη του 35% της βουλευτικής σύνταξης ή χορηγίας.

Η κατά τα ανωτέρω μείωση διενεργείται επί του ακαθαρίστου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης, όπως αυτό ισχύει κατά την 31-12-2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α 180) καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α 40) και της παρ. 4 του άρθρου αυτού.

ιγ. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1-1-2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.

ιδ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσους έχουν διατελέσει Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι Κυβέρνησης ή Πρόεδροι Βουλής.

2. α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:

«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1-1-2013 και μετά, το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξής τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:

αα. των υποπεριπτώσεων βα’ και βγ’ της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 67ο έτος,

ββ. της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.

β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1-1-2013 και μετά, καταβάλλεται ολόκληρη με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

β. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992 (Α 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας του.

Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1-1-2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσία και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού.»

δ. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1-1-2013 και μετά. Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγονται σε όσες από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία.

ε. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α 78) θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1-1-2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

στ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε’ της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007, αντικαθίσταται ως εξής:

«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από 1-1-2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.»

ζ. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται από 1-1-2013 ως εξής:

«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον αποχωρούν με αίτηση τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των προηγουμένων περιπτώσεων.»

η. Στις περιπτώσεις που η σύνταξη, ανεξαρτήτως του χρόνου θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, το όριο ηλικίας αυτό αυξάνεται στο 67ο έτος.

θ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3865/2010 (Α 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

3. α. Το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης ή το άθροισμα συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως ακολούθως:

Για ποσό σύνταξης ή συντάξεων:

αα. άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού της σύνταξης κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.

ββ. από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού της σύνταξης κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γγ. από 2.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού της σύνταξης κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

β. για τον προσδιορισμό του ποσού της σύνταξης ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης ή των συντάξεων όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί την 31-12-2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων η κατά περίπτωση μείωση διενεργείται επί της μεγαλύτερης κατά ποσό σύνταξης.

δ. Οι διατάξεις των περ. δ’ και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 ισχύουν και για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α 67) καταργούνται.

5. α. Από 1-1-2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31, του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες, από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720. Στις περιπτώσεις καταβολής δυο συντάξεων που το άθροισμά τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτερης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.

β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α 117) στις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης.

γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της περ. α’ επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιό του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του ποσού που αναλογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α’.

δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α’. Εάν τα ανωτέρω εισοδήματα δεν υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α’ και το συνολικό ετήσιο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημα των προσώπων αυτών, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, με συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης, υπερβαίνει το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περ. α’, η κύρια σύνταξη μειώνεται κατά το υπερβάλλον ποσό.

ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ’ και ε’ δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό τις προϋποθέσεις της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού.»

β. Από 1-1-2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.

γ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (ΦΕΚ 208 Α’) και του π.δ. 168/2007 (Α 209).

δ. Οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010 καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 κατά το μέρος που παραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

6. Οι διατάξεις της περ. α’ της παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων» (Α 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α 4), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1-1-2013 ως εξής: « Έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους.»

7. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων.

8. Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων αρχίζει από 1-1-2013, εκτός εάν διαφορετικά προβλέπεται στις επιμέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

9. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α 276).

Αθήνα, Οκτωβρίου 2012

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ » 
 

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΜΕ ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΙΚΑ ΝΕΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 10, παρ. 11 και παρ. 13 του Ν.3863/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 3 του Ν.3655/2008, οι γυναίκες που ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά πριν την 01.01.1993 (παλιές ασφαλισμένες), εφόσον δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 40 του Ν.3996/2011, που αφορά την κατοχύρωση του 60ού έτους της ηλικίας για πλήρη συνταξιοδότηση, προκειμένου να δικαιούνται μειωμένη ή πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος, ακολουθούν τα όρια ηλικίας που ισχύουν και διαμορφώνονται από 01.01.2011 και εξής, με αποκλειστικό κριτήριο το έτος, στο οποίο συμπληρώνουν την ηλικία των 55 ή 60 ετών, χωρίς να εξετάζεται εάν οι 4.500 ημέρες ασφάλισης συμπληρώνονται πριν ή μετά την 01.01.2011.
Η μείωση υπολογίζεται σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται από το κατά περίπτωση απαιτούμενο όριο ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης και μέχρι 60 μήνες.
Έτσι έχουμε 2 περιπτώσεις ασφαλισμένων:
Α. Εκείνες, για τις οποίες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους για μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, προκύπτει διαφορά μέχρι πέντε ετών μεταξύ της ηλικίας τους και του απαιτούμενου για αυτές ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης.
Στις περιπτώσεις αυτές, το ποσοστό της μείωσης καθορίζεται σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται από την ηλικία που έχουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για μειωμένη σύνταξη, μέχρι το όριο ηλικίας, που απαιτείται από το νόμο, κατά περίτωση για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης.  
Παραδείγματα:
1.Ασφαλισμένη, η οποία γεννήθηκε στις 20.06.1952 και συμπληρώνει το 60ό έτος της ηλικίας της στις 20.06.2012, θεμελιώνει δικαίωμα για πλήρη συνταξιοδότηση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της στις 20.06.2014. Σε περίπτωση, κατά την οποία η ασφαλισμένη υποβάλει αίτηση για μειωμένη σύνταξη στις 20.05.2012, η μείωση θα υπολογιστεί με αφετηρία τις 20.06.2014, οπότε θα ανέλθει σε 25/200.
2.Ασφαλισμένη, η οποία γεννήθηκε στις 28.04.1961, συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας της στις 28.04.2016 και το 60ό έτος στις 28.04.2021.
Η συγκεκριμένη ασφαλισμένη θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της στις 28.04.2021 και για τη χορήγηση πλήρους με τη συμπλήρωση του 65ου στις 28.04.2026, στην περίπτωση δε που υποβάλει αίτηση για μειωμένη σύνταξη στις 28.04.2021, η μείωση θα ανέλθει στα 60/200.
Β.Ασφαλισμένες, για τις οποίες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους για μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, προκύπτει διαφορά μεγαλύτερη των πέντε ετών μεταξύ της ηλικίας τους και του απαιτούμενου γι' αυτές ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης.
Στις περιπτώσεις αυτές τίθεται ανώτατο όριο μείωσης, τα 60/200, δηλαδή η μέγιστη προβλεπόμενη μείωση.
Παραδείγματα:
1.Ασφαλισμένη, με ημερομηνία γεννήσεως τις 31.03.1957, συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας της στις 31.03.2012 και το 60ό στις 31.03.2017.
Δικαιούται μειωμένη σύνταξη με τη συμπλήρωση του 57ου έτους της ηλικίας της στις 31.03.2014 και πλήρη με τη συμπλήρωση του 65ου, στις 31.03.2017. Στην περίπτωση κατά την οποία υποβάλει αίτηση για μειωμένη σύνταξη σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή από τις 31.03.2014, οπότε και συμπληρώνει το 57ο έτος της ηλικίας, μέχρι τις 31.03.2017,  που συμπληρώνει  το 60ό, και δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ της ηλικίας της και του απαιτούμενου για αυτήν ορίου πλήρους συνταξιοδότησης θα είναι πέραν της πενταετίας, (από τη στιγμή που πλήρης σύνταξη μπορεί να της χορηγηθεί στις 31.03.2022 με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της), το ποσοστό μείωσης θα ανέλθει σε 60/200. 
2.Ασφαλισμένη, με ημερομηνία γέννησης 10.05.1954 και διακοπή της εργασίας της το 2007, συμπληρώνει το 60ό έτος της ηλικίας της στις 10.05.2014 και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα για πλήρη συνταξιοδότηση με τη συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας της, στις 10.05.2018.
Στην περίπτωση κατά την οποία υποβάλλει αίτηση για μειωμένη σύνταξη σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μέχρι τις 10.05.2013 (ημερομηνία, κατά την οποία η ημερολογιακή διαφορά μεταξύ της ηλικίας της και του απαιτούμενου για την ίδια ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης είναι πέντε έτη), το ποσοστό μείωσης θα ανέλθει σε 60/200. Εάν η αίτηση υποβληθεί μετά τις 10.05.2013, σε ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία η διαφορά μεταξύ της ηλικίας της και του απαιτούμενου για την ίδια ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης είναι μικρότερη από πέντε έτη, το ποσοστό της μείωσης θα μειωθεί αναλόγως.
3.Ασφαλισμένη, με ημερομηνία γέννησης τις 03.06.1954, συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας της στις 03.06.2009, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει 4.500 ημέρες ασφάλισης, ενώ γίνεται 60 ετών στις 30.06.2014, θεμελιώνει δικαίωμα για μειωμένη σύνταξη με τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της και για πλήρη με τη συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας.
Εάν η εν λόγω ασφαλισμένη υποβάλει αίτηση για μειωμένη σύνταξη, η μείωση θα υπολογιστεί με αφετηρία την ηλικία των 64 ετών (60/200, αν η διαφορά μεταξύ της ηλικίας και του απαιτούμενου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης είναι μεγαλύτερη των πέντε ετών ή λιγότερο αν είναι μικρότερη).
Συμπερασματικά λοιπόν, για όλες τις περιπτώσεις παλαιών ασφαλισμένων γυναικών, οι οποίες θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μειωμένης σύνταξης με τη συμπλήρωση 4.500 ημερών ασφάλισης, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Ν.3863/2010 και δεν υπάγονται στην εξαίρεση του άρθρου 40 παρ. 5 του Ν.3996/2011, δηλαδή δεν κατοχυρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους για πλήρη συνταξιοδότηση, ο προσδιορισμός της μείωσης θα γίνεται με αφετηρία το απαιτούμενο για τις ίδιες όριο ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης. και επομένως τη διαφορά των μηνών μεταξύ του απαιτούμενου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης και της ηλικίας τους κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους για τη χορήγηση μειωμένης σύνταξης. 
Το απαιτούμενο για αυτές τις ασφαλισμένες όριο ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης προσδιορίζεται με κριτήριο το έτος κατά το οποίο συμπληρώνουν το 60ό έτος της ηλικίας τους και όχι το έτος κατά το οποίο συμπληρώνουν τις 4.500 ημέρες ασφάλισης.

Δημήτριος Κ. Νούσκας
Δικηγόρος-Εργατολόγος

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΝΟΥΣΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-ΕΡΓΑΤΟΛΟΓΟΣ
ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
tel:2310545445 mobile:6937174399 
Η σελίδα μας στο Facebook 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΓΛΥΤΩΝΟΥΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΧΡΟΝΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΤΕΚΝΩΝ

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 7 εδ. β΄ του Ν.3863/2010, από 01.01.2011 ανακαθορίστηκαν τα όρια ηλικίας για λήψη πλήρους αλλά και μειωμένης σύνταξης των ασφαλισμένων έως και τις 31.12.1992 μητέρων ανηλίκων τέκνων.
Το ισχύον όριο ηλικίας συνταξιοδότησης αυτής της κατηγορίας για θεμελίωση μέχρι 31.12.2010 είναι το 50ό έτος για μειωμένη σύνταξη και το 55ο έτος για πλήρη σύνταξη. Αυτό σημαίνει πως όποια μητέρα ασφαλισμένη στο ΙΚΑ συμπλήρωσε 5.500 ημέρες ασφάλισης μέχρι τις 31.12.2010 και ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ των 5.500 ημερών είχε ΑΝΗΛΙΚΟ τέκνο, συνταξιοδοτείται οποτεδήποτε το επιθυμεί με βάση τα προαναφερόμενα ηλικιακά όρια.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του Ν.2084/1992, ο χρόνος επιδοτούμενης ανεργίας αλλά και επιδοτούμενης ασθενείας συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, με τις προϋποθέσεις για τις μητέρες ανηλίκων τέκνων, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι τις 31.12.2010, μέχρι 200 ημέρες λόγω επιδοτούμενης ανεργίας και μέχρι 200 ημέρες λόγω επιδοτούμενης ασθενείας, την τελευταία δεκαετία πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση. 

Πρέπει να τονιστεί ότι, εφόσον συμπληρώνονται σωρευτικά οι 2 ανωτέρω προϋποθέσεις, η ασφαλισμένη κατοχυρώνει και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα για μειωμένη σύνταξη στο 50ό έτος της ηλικίας της και για πλήρη σύνταξη στο 55ο έτος της ηλικίας της, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ αν έχει ήδη συμπληρώσει τα προαναφερθέντα ηλικιακά όρια.
Στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες, μητέρες ανηλίκων τέκνων, οι οποίες συμπληρώνουν μέχρι τις 31.12.2010 λιγότερες από 5.500 ημέρες ασφάλισης και έχουν ανήλικο τέκνο που ενηλικιώθηκε πριν το 2010, οι ημέρες επιδότησης λόγω ανεργίας και ασθενείας θα συνυπολογίζονται για τη συνταξιοδότηση, εφόσον αυτές  τοποθετούνται εντός της δεκαετίας που προηγείται της ημερομηνίας ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ του τέκνου.

Συνεπώς, σε αντίστοιχες περιπτώσεις συνταξιοδότησης με τις διατάξεις των μητέρων ανηλίκων τέκνων, όπως ίσχυαν μέχρι τις 31.12.2010, για τη συμπλήρωση των 5.500 ημερών ασφάλισης που απαιτεί ο νόμος όσο υπάρχει ανήλικο τέκνο, ο ανωτέρω χρόνος των 200 ημερών επιδοτούμενης ανεργίας και 200 ημερών επιδοτούμενης ασθενείας θα λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να απαιτείται ο συγκεκριμένος χρόνος να ανάγεται στη δεκαετία πριν την ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ, αλλά μέσα στη δεκαετία πριν την ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ του τέκνου.

Πρέπει, τέλος, να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι, όσες ασφαλισμένες δε θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του 2010, επιβαρύνονται, ανάλογα με το έτος θεμελίωσης, με 2 έως 10 περισσότερα έτη, καθώς τα ηλικιακά όρια, μετά τη μεταβατική περίοδο 01.01.2011 μέχρι 31.12.2012, από 01.01.2013 ανακαθορίζονται και εκτινάσσονται στο 60ό έτος για μειωμένη και στο 65ο έτος για πλήρη σύνταξη, χωρίς να ληφθεί υπόψη το πακέτο των νέων αλλαγών στα όρια ηλικίας που είναι προ των πυλών. Ουσιαστικά χάνεται για πάντα η ευνοϊκή ρύθμιση που υπήρχε για τις μητέρες ανηλίκων τέκνων.

Δημήτριος Κ. Νούσκας
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΝΟΥΣΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ